Αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη

2013-09-19 11:24

Μανόλης Αναγνωστάκης

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη

 

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε ιατρική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Κατά τη διετία 1943-1944 ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού "Ξεκίνημα", που ανήκε στον εκπολιτιστικό όμιλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα, για την οποία φυλακίστηκε το 1948, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε από τη φυλακή με την γενική αμνηστία το 1951.

Την περίοδο 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και κατόπιν άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Δημοσίευσε κείμενά του για πρώτη φορά στο περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα (1942) και αργότερα στο φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα (1944), του οποίου υπήρξε και αρχισυντάκτης για μία περίοδο. Ποιήματά του, καθώς και κριτικές δημοσιεύτηκαν αργότερα σε αρκετά περιοδικά. Την περίοδο 1959-1961 εξέδιδε το περιοδικό Κριτική, ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973).

Το 1986 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Μιχάλης Γρηγορίου έχουν μελοποιήσει αρκετά ποιήματά του, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά.

Καταγόταν από το χωριό Ρούστικα Ρεθύμνης, όπου σώζεται το σπίτι του πατέρα του.

 

Η υπαρξιακή διάσταση της ποίησης του Μανόλη Αναγνωστάκη

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και οι περισσότεροι από τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς “Δεν είναι τυχαίο ότι μοιράζονται ως ποιητές, πέρα από τις όποιες διαφορές στη γλώσσα, έναν αγωνιώδη μόχθο για το νόημα της ίδιας τους της ύπαρξης, για να καταλήξουν στη διαπίστωση που θα τους απορυθμίσει: η «ποιητική λειτουργία» είναι τόσο περιθωριακή όσο και αναποτελεσματική.”.
“Η έντονα υπαρξιακή διάσταση της ποίησης του Αναγνωστάκη – ιδίως της ποιητικής παραγωγής του πριν από το Στόχο, που όντως είναι η πλέον πολιτική του ποιητική κατάθεση – γίνεται αισθητή ως επισήμανση σε ορισμένες προσεγγίσεις όπως των Γιάννη Δάλλα, Στέφανου Μπεκατώρου, Άννας Τζούμα, Αλέξανδρου Αργυρίου, Βιτσέντζο Ορσίνα, ενώ στο μελέτημα του Νάσου Βαγενά
«Ξαναδιαβάζοντας τον Αναγνωστάκη» το ζήτημα τίθεται ρητά, με πειστικότητα και διαύγεια: «Δεν γνωρίζω άλλον Έλληνα ποιητή», τονίζει ο Βαγενάς, «με τόσο στρατευμένο πολιτικό βίο, που να διοχετεύει τόσο λίγα από τα στοιχεία της ιδεολογικής του ταυτότητας στο ποιητικό του έργο ( το φαινόμενο θα πρέπει να οφείλεται κατά κύριο λόγο, στην υψηλή αισθητική συνείδηση του Αναγνωστάκη)».”
Η μη ύπαρξη – ο θάνατος – απασχολεί τον ποιητή από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στο λογοτεχνικό χώρο. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; “Ο θάνατος μπαινοβγαίνει διαρκώς σ’ ολόκληρη την ύπαρξή του, μέσα από τις τρύπες που άνοιγαν οι σφαίρες των αποσπασμάτων στα διάτρητα σώματα των συντρόφων του”. Πόλεμος. Κατοχή. Εμφύλιος. Απώλειες φίλων. Η καταδίκη του ίδιου εις θάνατον. Είναι μερικά από τα γεγονότα που συνθέτουν το τοπίο μέσα στο οποίο ξεκινά και εξελίσσεται η πνευματική του δραστηριότητα. […] Σε φόντο σελίδων Με πένθιμο χρώμα […] …Νόμισα πως θα πνιγόμουνα! […] Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή Που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν “Είναι αργά” μου είπε κάποτε “θα ‘πρεπε πια να πηγαίνουμε Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε […]
“Ήταν ένας τρόπος για να εκφραστώ” λέει ο ίδιος για την ενασχόληση του με την ποιητική. […] ( Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).
“Αυτός είναι ο Χάρης” λέει ο ποιητής δείχνοντας μια φωτογραφία με ένα τσούρμο νεαρών ανδρών. Το ποίημα Χάρης 1944 δε μας εισάγει στο κλίμα του θανάτου αλλά αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές “συγκέντρωσης” αυτού του κυριαρχικού “συστατικού”. Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τα ποιήματα Εδώ…, Όταν τα βράδια…, καθώς και το σημείωμα της σελ. 12 από το Περιθώριο ’68-’69. Η αγάπη είναι ο φόβος… και το σημείωμα της σελ. 34 από το Περιθώριο ’68-’69 παρατίθενται ως συμπληρωματικά μαζί με τα υπόλοιπα ποιήματα.
Εκτός από τις ποικίλες προσεγγίσεις ολόκληρου του κύκλου που κλείνει με τις Εποχές 324, το σημείωμα της σελ. 34 μας φανερώνει τη στάση ζωής του Μανόλη Αναγνωστάκη αλλά και το βλέμμα προς τους “άλλους” αυτούς που δεν ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο, ακόμη και προς τους Επιγόνους, αυτούς που “Λιθοβολούν τους ξένους,” και “θύουν σ’ ομοιώματα”. Ο “σπαραγμός του πνεύματος του ποιητή” στο ποίημα Σκυφτοί περάσανε…καθρεφτίζει την πιο βαθιά υπαρξιακή αγωνία. […] ( Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύ- μηση επάνω; Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θα- λασσα της λησμονιάς; ) Μη ύπαρξη – θάνατος – για τον ποιητή, τον κάθε ποιητή, είναι και η σιωπή. Το θέμα της σιωπής του Αναγνωστάκη πραγματεύονται συχνά οι αναφερόμενοι στο έργο του.
“ Ο Αναγνωστάκης”, γράφει ο Γιώργος Καφταντζής το 1955, “τοποθέτησε στη βιτρίνα της νέας μας ποίησης ένα καινούριο μπουκαλάκι με άγνωστο δηλητήριο. Μα αν έλειπε δε θα ‘ξερε κανείς πως η ζωή μας αυτούς τους καιρούς είχε την κατρακύλα της. Είναι για την ελληνική τέχνη ότι ο πόνος για το κορμί το ανθρώπινο. Προειδοποιεί τον κίνδυνο.”. Όπως στο ποίημα Αφιέρωση ή το σημείωμα της σελ. 13 από το Περιθώριο ’68-’69. Και απαντά σ’ αυτόν τον κίνδυνο πάλι με ποίηση η οποία, όπως επισημαίνει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου σταχυολογώντας τον ποιητή, είναι “απόδειξη, όχι επίδειξη”.

 

 

Ανθολογία ποιημάτων Μανόλη Αναγνωστάκη

Επιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.

 

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

 

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;

 

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
 μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

 

Φοβᾶμαι...

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

 

Ἀφιέρωση

Γιὰ τοὺς ἐρωτευμένους ποὺ παντρεύτηκαν
Γιὰ τὸ σπίτι ποὺ χτίστηκε
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ μεγάλωσαν
Γιὰ τὰ πλοῖα ποὺ ἄραξαν
Γιὰ τὴ μάχη ποὺ κερδήθηκε
Γιὰ τὸν ἄσωτο ποὺ ἐπέστρεψε
Γιὰ ὅλα ὅσα τέλειωσαν χωρὶς ἐλπίδα πιά.

 

 

 

Αρθρογραφία για Μανόλη Αναγνωστάκη

-----------------------------------------------------------------------------

Μανόλης Αναγνωστάκης - Η συνείδηση μιας γενιάς

Μία σπουδαία προσωπικότητα, ένας χαρισματικός ποιητής που πέτυχε να εκφράσει τον εαυτό του και την εποχή του, αλλά και να διαχειριστεί την ήττα της γενιάς του μέσα από μία σπαρακτική ειλικρίνεια, με πλήρη συνείδηση της ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, μακριά από τους συνήθεις εύκολους συναισθηματισμούς.

Η οδυνηρή επίγνωση της δύσης μιας ολόκληρης εποχής και η αθλιότητα του Εμφυλίου που ακολούθησε, η γενικευμένη παρακμή και η παρατεταμένη θλίψη, ο πόνος που δεν απαλύνεται και η αισιοδοξία που μοιάζει συνεχώς να αναβάλλεται. Και μέσα σε όλα αυτά ένα αδιαπραγμάτευτο προσωπικό χρέος: η διεκδίκηση της αξιοπρέπειας. Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη έρχεται να αποτυπώσει τη σύνθλιψη μιας γενιάς που έζησε τον σπαραγμό του αδελφοκτόνου πολέμου, μια ιστορική συγκυρία αδιανόητης σκληρότητας και ακραίας απανθρωπιάς που πραγμάτωσε τον σουρεαλισμό στην πιο αδυσώπητη εκδοχή του. Εάν σε τέτοιες συνθήκες ο κοινωνικός περίγυρος τείνει να εκμηδενίσει τα πρόσωπα, τότε αυτό που πέτυχε ο ποιητής είναι πραγματικά σπουδαίο: κατόρθωσε να αναγάγει το προσωπικό του βίωμα, σε χρονικό της ελληνικής συλλογικής μοίρας μιας περιόδου η οποία άφησε πληγές που δύσκολα επουλώνονται.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1925, σε μια μεσοαστική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και -όπως αναφέρει ο ποιητής- «ήθελε από μικροί να μορφωθούμε καλά εγώ κι οι αδελφές μου. Hταν μανιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος. Eίχε βγάλει χιλιάδες φωτογραφίες». Απ’ ότι φαίνεται, αυτή η παρότρυνση προς την κατεύθυνση της τέχνης και της επιστήμης ήταν καθοριστική για την εξέλιξη των παιδιών: Αλλωστε, αδερφή του ποιητή είναι η εξαιρετική θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη. Οσο για τον μικρό Μανόλη έδειξε από πολύ νωρίς σημάδια μιας ασυνήθιστα οξυμένης ποιητικής ευφυΐας: Ηδη από τα μαθητικά του χρόνια, αποκτά τη φήμη του ποιητή, χάρη σε μία αυθόρμητη ικανότητα που είχε να συνθέτει στίχους. Μάλιστα, οι δάσκαλοί του είχαν τόσο εντυπωσιαστεί που του επέτρεπαν, στο μάθημα της έκθεσης, να γράφει απλώς μερικούς στίχους και να πηγαίνει στο προαύλιο για παιχνίδι. Δεν θα αργήσει, όμως, να αντιληφθεί ότι η ποίηση είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το να βρίσκεις ομοιοκαταληξίες. Οπως και να ’χει, στη διαμόρφωσή του συνέβαλε αποφασιστικά η ανακάλυψη του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Βρεττάκου, του Εγγονόπουλου και του Καρυωτάκη το καλοκαίρι του ’40, αλλά και η ποιητική «Ανθολογία» του Αποστολίδη -την οποία ήξερε απ’ έξω: Είναι κάτω από αυτές τις επιρροές που θα αφιερωθεί στην αναζήτηση του καινούργιου. Αν και πρώιμο ταλέντο αντιλαμβανόταν ότι η ποίηση είναι μια ιδιαίτερα απαιτητική τέχνη όπου ο δημιουργός επιστρατεύει όλες του τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις. Και αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ, ιδίως στα αμέσως επόμενα χρόνια όπου η πνευματική ισορροπία και η ηθική υπόσταση της γενιάς του έμελλε να αποδειχτούν εξαιρετικά ευάλωτες.

Τον Οκτώβριο του 1940 ο νεαρός ποιητής γράφει μερικά κομμάτια πατριωτικού περιεχομένου, εμπνευσμένα από τον πόλεμο με τους Ιταλούς που μόλις είχε αρχίσει. Ενα από αυτά -το «Μολών λαβέ»- δημοσιεύεται, προκαλώντας ποικίλα κολακευτικά σχόλια, τα οποία ενισχύουν τα όνειρά του για ποιητική καταξίωση. Επειτα, συμβαίνει και κάτι άλλο: Το δεκαεξάχρονο αγόρι στέλνει, κάπως διστακτικά, μερικά ποιήματά του στον Γρηγόριο Ξενόπουλο και στο περιοδικό που διηύθυνε -τη θρυλική «Νέα Εστία- και εκείνος του απάντησε με ένα γράμμα γεμάτο πολύτιμες παρατηρήσεις, αναγνωρίζοντας -παράλληλα- την ευγλωττία, τη ρητορική και τον λυρισμό που θα αποτελούσαν γνωρίσματα της ποίησής του μέχρι τέλους. Ετσι, μία τέτοια ενθάρρυνση ήταν ικανή να τον κάνει να συνεχίσει την ποιητική του ενασχόληση με ακόμη περισσότερη σοβαρότητα, κάτι που φάνηκε εξαρχής από τη συμμετοχή του -το 1942- στο περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Στο μεταξύ, το φθινόπωρο του ’43, εγγράφεται στην Φυσικομαθηματική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και τον επόμενο χρόνο στη νεοσύστατη Ιατρική Σχολή.> αι ενώ θα περίμενε κανείς ότι αυτή η επιλογή θα τον απομάκρυνε από τον αναβρασμό της εποχής του, έγινε ακριβώς το αντίθετο. Αποφασίζει -καθοριστικά για τη μοίρα του- και στρατεύεται με την Αριστερά, στο οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα. Γι’ αυτήν την πολιτική του δράση φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο απ’ το έκτακτο στρατοδικείο. Χρόνια μετά θα πει: «Εχω λάβει και εγώ μέρος στην Εθνική Αντίσταση, από πολύ μικρός, όπως πάρα πολλοί, όπως όλοι σχεδόν, όπως αποδεικνύεται τώρα τελευταία. Αλλά δεν έχω να προβάλω κανέναν ιδιαίτερο τίτλο, ούτε κανένα ιδιαίτερο εύσημο. Νομίζω όμως πως έζησα πάρα πολύ έντονα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα τα χρόνια του Εμφυλίου που ήταν η πιο σκοτεινή, η πιο μαύρη, η πιο ταπεινωτική περίοδος στη νεοελληνική ιστορία».

Η σημαντικότερη, ωστόσο, προσφορά του στην αποτίμηση εκείνης της εποχής εκφράζεται στην ποίησή του μέσα από την οποία αποδίδεται μοναδικά η συναισθηματική αιμορραγία, η απόγευση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας. Ανάμεσα σε άλλα, λοιπόν, δημοσιεύει στο περιοδικό «Ο φοιτητής» ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματά του με τίτλο «Χάρης 1944» για τον θάνατο ενός αγαπημένου συντρόφου: «Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης»/ «Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα./ Kανείς δεν τον είδε. Ηταν σούρουπο. Θα ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα/ Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας/ Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει». Οπως θα πει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του: «Ηθελα να εκφράσω μια γενικότερη αίσθηση του χαμού των πιο εκλεκτών παιδιών της στρατιάς της κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου, που εξοντώθηκαν όχι μόνο φυσικά αλλά και ηθικά και πολιτικά και κυρίως ανθρώπινα».

Από τη φυλακή βγήκε το 1951 με την γενική αμνηστία. Παντρεύεται την ικανή κριτικό Nόρα Bαρβέρη -μετέπειτα Αναγνωστάκη- και την περίοδο 1955-1956 φεύγουν μαζί στη Βιέννη, όπου ειδικεύεται στην ακτινολογία. Το 1957 γεννιέται ο γιος τους Aνέστης και επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη για να ασκήσει το επάγγελμα. Η λογοτεχνική του δραστηριότητα -έκτοτε- ήταν έντονη: Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοχτώ κειμένων» (1970) και, βέβαια, έγραψε ποιήματα, κριτικά κείμενα και δοκίμια, όπως -μεταξύ άλλων- οι «Εποχές» (1945), «Εποχές 2» (1948), «Εποχές 3» (1951), «Η συνέχεια» (1954), «Τα ποιήματα» (1971), «Αντιδογματικά, άρθρα και σημειώματα» (1978) και το 1987 το αυτοβιογραφικό «Ο ποιητής Mανούσος Φάσσης».

Ολα αυτά τα χρόνια, μέσα από μια ποίηση εξαιρετικής μουσικότητας και λυρικών απηχήσεων, ο Αναγνωστάκης εμφανίζεται νικημένος από μια πνιγηρή απόγνωση που τον συγκλόνιζε ως τα βάθη της ψυχής του. Αλλά δεν εγκαταλείπει ποτέ την προσπάθεια για μια κάποια συνέχεια, για τη διατήρηση της μνήμης- μία πεισματική ελπίδα για καλύτερους καιρούς. Αλίμονο, όμως: Με τι κόστος! Η λυγμική συγκίνησή του για όσα χάθηκαν, μετασχηματίζεται σταδιακά σε έναν βασανιστικό μονόλογο, σε μια λιτανεία ατελών σκέψεων και απροσδιόριστων ενοχών με τη φωνή του να ακολουθεί τον τόνο της σχεδόν ψιθυριστής παραίνεσης ή -ακόμη περισσότερο- της τραυματικής διαπίστωσης, την οποία θέλει συνεχώς να εκμυστηρευτεί στον αναγνώστη: «Τώρα δε μένει τίποτ’ άλλο/ οι δυο τρεις λέξεις μας σε μια γωνιά του δρόμου». Με τα σπαρακτικά ποιήματα των τελευταίων του βιβλίων, το δραματικό του ύφος γίνεται εξαιρετικά ελλειπτικό, αντικαθιστώντας τις μεγάλες ποιητικές εικόνες με απλές λέξεις, μεμονωμένες φράσεις από τις ρωγμές των οποίων διαχέεται η διάψευση, η μεταπολεμική προδοσία των ιδεών, η φθορά, οι απογοητεύσεις, η διαπίστωση των συμβιβασμών- εκεί που άλλοτε υπήρχε η άδολη φιλία και η γνησιότητα. Είναι στην τελευταία ποιητική του περίοδο που θα αποδεχτεί αμετάκλητα -με μια πικρή αυτοειρωνεία- τον κλειστό ορίζοντα της ζωής και της τέχνης και την συνακόλουθη ανάγκη μιας αδιαπραγμάτευτης σιωπής.

Σε όλη του την πορεία αγωνιζόταν να συμφιλιώσει τις ανάγκες της ποίησης με τις προσταγές της συνείδησής του, να παραμερίσει την κομματική πειθαρχία της επίσημης Αριστεράς προς όφελος μιας αδέσμευτης κριτικής, αλλά και μιας έκφρασης αποκαθαρμένης από ρητορείες και εύκολους εντυπωσιασμούς. Και τώρα, στις αρχές του ’80 αισθανόταν ότι έπρεπε να σταματήσει να γράφει, ότι οι λέξεις εξαντλήθηκαν και το μόνο που απέμενε ήταν η επιλογή της σιωπής. «Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης. Θα μείνει κανείς μόνος με αυτήν τη δυνατότητα ή θα φτάσει κάποτε σε ένα σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης; Και αυτό όχι από αδιαφορία ή από παραίτηση. Εντελώς το αντίθετο: Από την οδυνηρή διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών του δυνατοτήτων, της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής» εξηγεί για να καταλήξει: «Τότε σταματά, τότε επιλέγει τη σιωπή, που και η σιωπή σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι και αυτή μια έκφραση».

Κάπως έτσι ο εκφραστής της ήττας μιας γενιάς, αλλά και της ελπίδας για κάτι καλύτερο μέσα από μια συνεχή και επίμονη προσπάθεια, αποφάσισε να σιωπήσει, μέχρι τον θάνατό του- στις 23 Ιουνίου 2005. Προηγουμένως, γνώρισε τιμές και βραβεύσεις, σίγουρα λιγότερες απ’ όσες άξιζε, αλλά πάντως αρκετές για κάποιον που πρωτίστως τον ενδιέφερε μία χαμηλών τόνων αυτοεκτίμηση. Ηταν ο ποιητής της προσωπικής -πάνω απ’ όλα- εντιμότητας που έβλεπε ότι το ήθος της δημιουργίας έπρεπε να συνυπάρχει με το ήθος της πολιτικής δράσης και -κατ’ επέκτασιν- της ίδιας της ζωής...

Ο ανορθόδοξος κομμουνιστής
«Ο Αναγνωστάκης υπήρξε φίλος μου από το ‘50 μέχρι που πέθανε. Είχαμε συνδεθεί πριν το ‘50 και όταν φυλακίστηκε είχα τολμήσει να αλληλογραφώ μαζί του. Από τότε η αλληλογραφία μας συνεχίστηκε και όταν αποφυλακίστηκε και αργότερα όταν έβγαλα το περιοδικό «Διαγώνιος» δημοσίευσα μελέτη για το έργο του. Τότε πολλοί δεν τον ήξεραν ή δεν τον χώνευαν επειδή δεν ήταν ορθόδοξος κομμουνιστής. Καθιερώθηκε όμως στη γενική εκτίμηση ως ο μοναδικός αριστερός ποιητής ο οποίος δεν αναμασούσε τα άρθρα του «Ριζοσπάστη». Αξίζει όχι μόνο γιατί είχε μεγάλο ταλέντο αλλά και τα μάτια του ανοιχτά ώστε να μην αναμασά κομματικές ρετσέτες που είχαν υποδείξει οι κομματικοί του φίλοι». Ντίνος Χριστιανόπουλος

Το «ορυχείο» της Αντίστασης
«Αυτή η ανεξέλεγκτη και χειμαρρώδης αντιστασιολογία, πόσω μάλλον από ανθρώπους που όψιμα ανακάλυψαν αυτό το ορυχείο, ομολογώ ότι με εκνευρίζει λίγο, με μελαγχολεί. Δεν διέπομαι από κανένα πνεύμα ρεβανσισμού και δεν αισθάνομαι καλά σε ένα κλίμα φραστικού παλικαρισμού που γίνεται εκ του ασφαλούς βέβαια. Είμαι ξένος σε αυτό το κλίμα. Κυρίως με ενοχλεί ο στόμφος, τα μεγάλα λόγια, η καθυστερημένη επίδειξη τίτλων και ευσήμων που για μένα ελάχιστοι τα δικαιούνται και αυτοί είναι εκείνοι που δεν τα προβάλλουν. Η ιστορία πλαστογραφήθηκε, εξευτελίστηκε, παραποιήθηκε. Το θέμα είναι να μην ξαναγράψουμε μια ιστορία πάλι με αποσιωπήσεις, εν ονόματι σκοπιμοτήτων δικών μας αυτή τη φορά. Αυτό μας ρίχνει σε έναν φαύλο κύκλο λειψής ενημέρωσης και κακής πληροφόρησης των νεώτερων γενιών».

Μ.Α.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ (Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ)

 

Αφιέρωμα στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. «Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης: θα μείνει κανείς μόνο σ’ αυτή ή θα επιχειρήσει να εκφραστεί και μ’ άλλους τρόπους; Ή θα φτάσει κάποτε σ’ ένα σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης; Κι αυτό όχι από αδιαφορία ή παραίτηση· εντελώς το αντίθετο: από την οδυνηρή, αν θέλεις, διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών του δυνατοτήτων. Της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής (...) Τότε σταματά. Τότε επιλέγει τη σιωπή. Που και η σιωπή, ορισμένες φορές και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι μια έκφραση. Εγώ θα έλεγα πως είναι και μια πράξη.»* (από τη συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη στην τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο», Σάββατο 1η Ιανουαρίου, 1983). ΣΧΟΛΙΑ (3) 818 Via bibliotheque. "Ποδηλατώντας στις εξοχές της Θεσσαλονίκης. Σε μια οικογενειακή εκδρομή, λίγο πριν από τον πόλεμο που έφερε τα πάνω κάτω (αρχείο Γ. Zεβελάκη)." "Aσκήσεις ισορροπίας, σαν σε πατίνι ή κρεμασμένος στη σκαλοναρία. Στο παράθυρο του αυτοκινήτου, η μητέρα του υποκλίνεται ελαφρά στον φακό· δίπλα της, ο ξάδελφός του Γιάννης Kασιμάτης, με τον οποίο παλεύει στο εξώφυλλο του βιβλίου «Mανούσος Φάσσης». Στο μαρσπιέ, χαλαρή, σε στιγμές ευδαιμονίας, η μεγάλη του αδελφή, Mαρία. Tο 1934, ίσως (αρχείο Γ. Zεβελάκη)." Λεζάντες αναδημοσιευμένες από το σάιτ douridasliterature-Ανθολογία: Έλληνες ποιητές και συγγραφείς στο διαΔίκτυο. Φωτ. αριστ. via Κρητίστωρ. Από το βίντεο του Γιώργου Κορδομενίδη στο Youtube (φωτογραφίες από την εκπομπή Παρασκήνιο του Λάκη Παπαστάθη ;). Via Αυγή και 'Εθνος. Φοιτητής στην Κατοχή, ο Μανώλης Αναγνωστάκης είχε αναλάβει κατά τη διετία 1943-1944, παράλληλα με την δραστηριοποιησή του στην ΕΠΟΝ, την αρχισυνταξία του περιοδικού "Ξεκίνημα", που εξέδιδε ο Εκπολιτιστικός 'Ομιλος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Via Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. 1946. Ο Θανάσης Φωτιάδης (τέταρτος από τα αριστερά) , διευθυντής του περιοδικού "Ξεκίνημα", με μια παρέα Επονιτών στο Σέιχ-Σου. "Στο Πανεπιστήμιο γνώρισα τον Θανάση Φωτιάδη, συμφοιτητή μου στη Νομική Σχολή, και άρχισα να κάνω παρέα μαζί του. Η γνωριμία αυτή έμελλε να εξελιχθεί σε μια πολύ στενή φιλία, που κράτησε μέχρι το θάνατό του, το καλοκαίρι του 1989. Δηλαδή, πενήντα ολόκληρα χρόνια! Τον Θανάση τον χαρακτήριζαν εξυπνάδα και ευρυμάθεια. Κι ακόμη, ένα έμφυτο χιούμορ. Είχε μιαν αξιόλογη βιβλιοθήκη σε σχέση με τη δική μου, που τότε άρχιζε να δημιουργείται. Πολύ συχνά βρισκόμουν στο δωμάτιό του, που συγχρόνως ήταν βιβλιοθήκη, χώρος ύπνου, σνακ-μπαρ- έτσι θα το λέγαμε , αν γνωρίζαμε αυτήν τη λέξη τότε- και αποθηκευτικός, εν γένει χώρος. Έρχονταν εκεί και άλλοι φίλοι και φίλες. Πολύ συχνά μαζευόμασταν εφτά κι οχτώ άτομα σ' έναν μικρό χώρο, τρία επί τέσσερα περίπου. Εκείνον τον καιρό καπνίζαμε κάτι φοβερά τσιγάρα, τα « Ποιότ» του Χατζηγεωργίου, κι όταν ντουμάνιαζε ο χώρος, φορούσαμε τα παλτά μας κι ανοίγαμε τα παράθυρα (...) Ο Θανάσης από παιδί ακόμη, διάβαζε με πάθος. Το ένα βιβλίο κατόπιν του άλλου. Διάβαζε λογοτεχνία, ιστορία, αργότερα μαρξιστικά, φιλοσοφία. Πνεύμα ανήσυχο, έψαχνε πάντοτε με σκοπό να βρει την αιτία των πραγμάτων. Όταν πρωταντίκρισα τη βιβλιοθήκη του, τα έχασα. Άγνωστοι τίτλοι αναγράφονταν στις ράχες των βιβλίων που πυργώνονταν γύρω μου ως την οροφή. Βρίσκονταν εκεί Γάλλοι υπερρεαλιστές, ο Έλιοτ, ο Κορδάτος, ο Κορνάρος, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η Ρόζα Ιμβριώτη. Περιοδικά, τόμοι ολόκληροι, δεμένοι, που αγνοούσα ως και την ύπαρξή τους. Νέα Γράμματα, Φιλική Εταιρεία, Ο Κύκλος, Το Τρίτο Μάτι. Βιβλία που πρωτοσυναντούσα, όπως η Οδύσσεια του Καζαντζάκη, βιβλία του Ελύτη, του Ρίτσου, του Εμπειρίκου, το μοναδικού Κοσμά Πολίτη και τόσων , μα τόσων άλλων. Μου διάβαζε στίχους δικούς του ή ξένους, μου διάβαζε θέατρο με μια βαθιά, υποβλητική φωνή. Συχνά μου μιλούσε για ζωγραφική, καθώς και για τις νεότερες τεχνοτροπίες, επειδή πειραματίζονταν και ο ίδιος. Ή, για να εκφραστώ καλύτερα, προσπαθούσε να ζωγραφίσει και ο ίδιος. Και μερικές φορές αρχίζαμε συζητήσεις πάνω σε κείμενα του Ματξ, του Ένγκελς ή και του Πλεχάνωφ. Και όταν βγαίναμε, κάναμε πάντοτε φάρσες για να ξεδώσουμε. Πειράζαμε τον κόσμο και πουλούσαμε ουτσκουσουσούμ, κάτι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κατάλληλο για όλες τις εποχές, τις καταστάσεις και τις ηλικίες. Υλικό θαυματουργό. Έμπαινε παντού. Από σαλάτα του φαγητού μέχρι κινητήρα αεροπλάνου. Το ουτσκουσουσούμ εξελίχθηκε σε λέξη μαγική που σήμαινε το καθετί. Τα πάντα. Και την προσφέραμε με μια τέτοια σοβαρότητα, που ο άλλος δίσταζε να σε ρωτήσει. Ήταν πλέον κάτι το δεδομένο! Κι ο Θανάσης Φωτιάδης, αγνοημένος, παραγνωρισμένος, σχεδόν αποδιοπομπαίος από συστήματα σιωπής και σκοπιμότητας, αναζητεί μετά θάνατον μια δικαίωση. Τη δικαίωση εκείνη που την αξίζει επειδή τη δικαιούται.» (Κλείτος Κύρου, "Οπισθοδρομήσεις- Αναδρομή ζωής", Εκδ. Άγρα, σ. 81-84). Via gerontakos. Eφημερίδα Μακεδωνία (24-10-1948). Ο Μανώλης Αναγνωστάκης είναι ο δεύτερος από αριστερά στην τρίτη σειρά. (Από το αρχείο της οικογένειας Αξαρλή). Via ερανίστρια. Ο Μανώλης Αναγνωτάκης (όρθιος στο μέσον) μαζί με συντρόφους του στο αναρρωτήριο των φυλακών Επταπυργίου το 1949. Είχε καταδικαστεί τότε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδιεκίο για τη συμμετοχή του στον Εμφύλιο. Με τον γιο του Ανέστη το 1956 (φωτ. από το αρχείο της οικογένειας). Το 1994 με τη σύζυγό του Νόρα και τον Δημήτρη Μαρωνίτη σε εκδήλωση του Μίκη Θεοδωράκη προς τιμήν του. Κάτω αριστερά, σε διαδήλωση. Φωτογραφίες από την εκπομπή Παρασκήνιο του Λάκη Παπαστάθη. Via Βήμα. Κάτω δεξιά : «Aκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χθες / από το πληκτικό νοσοκομείο / Aνάμεσα στα βρώμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα / Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου» («Σκυφτοί περάσανε...»). Πίσω από τη φωτογραφία: «Iωάννινα, 10 Nοεμβρίου 1954.» (αρχείο Γ. Zεβελάκη). Λεζάντα αναδημοσιευμένη από το σάιτ douridasliterature-Ανθολογία: Έλληνες ποιητές και συγγραφείς στο διαΔίκτυο. Η Λούλα Αναγνωστάκη, αδερφή του Μανώλη Αναγνωστάκη. Φωτ. Σ.Σ. Με τη Λούλα Αναγνωστάκη. Από το βίντεο του Γιώργου Κορδομενίδη στο Youtube. Via Βήμα. Ο Τίτος Πατρίκιος. Via stoxos. Ἐπίλογος (ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη από τον Στόχο) Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός. Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ. «Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.» Ἔστω. Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς. Εμφύλιος Πόλεμος (1948), έργο του Νίκου Εγγονόπουλου. Via visualarts και silgoneon. Στον Νίκο Ε... 1949 Φίλοι Που φεύγουν Που χάνονται μια μέρα Φωνές Τη νύχτα Μακρινές φωνές Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση Ερείπια Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες Εφιάλτες, Στα σιδερένια κρεβάτια Όταν το φως λιγοστεύει Τα ξημερώματα. (Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;) Μανόλης Αναγνωστάκης, Παρενθέσεις 1949. Ποίημα γραμμένο στη φυλακή του Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο). Ο Γιώργος Σεφέρης στο Μπχαμντούν του Λιβάνου τον Ιούλιο του 1955. Via Άννα Αγγελοπούλου. Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.Χ. Στην οδό Αιγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά- Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως. Και τα παιδάκια δε μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε. Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται, όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες, Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους. Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών - εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται- Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως -εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν- Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές Η Ελλάς των Ελλήνων. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στα Δεκαοχτώ Κείμενα, η έκδοση των οποίων αποτέλεσε πράξη ομαδικής δημόσιας αντίστασης κατά της δικτατορίας. Ο τίτλος του ποιήματος παραπέμπει σε έργα του Καβάφη, ενώ στο τρίτο, τελευταίο μέρος του ποιήματος ο ποιητής χρησιμοποιεί το γνωστό στίχο του Γιώργου Σεφέρη με ειρωνική διάθεση, όπως σημειώνουν οι κριτικοί. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης τη δεκαετία του 1970. Φωτ. από την εκπομπή Παρασκήνιο του Λάκη Παπαστάθη. Via Βήμα. Via alkman. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην εκπομπή Παρασκήνιο του Λάκη Παπαστάθη. Από το βίντεο του Γιώργου Κορδομενίδη στο Youtube. Από το βίντεο του Γιώργου Κορδομενίδη στο Youtube. Via alkman και tseligas. Αριστ., σχέδιο του εξωφύλλου της "Παιδικής Μούσας" του Μ. Φάσση (Μ.Αναγνωστάκης), 1980. Via alkman. Δεξ., via margarites. Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά. Παράσταση σε σκηνοθεσία της Αλεξίας Καλτσίκη. Φωτ. via dimartblog, athinorama, culturenow. "Βασικός κορμός της παράστασης είναι μια μαγνητοφωνημένη συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη στον Μισέλ Φάις. Ανάμεσα στην αφήγηση της ζωής του, παρεμβάλλονται ποιήματά του σε ένα είδος ιδιότυπης ραδιοφωνικής εκπομπής. Το χώρο τον διαμορφώνει και τον ορίζει ο ίδιος ο ηθοποιός (Θανάσης Δόβρης), που βρίσκεται σε μια συνεχή συνομιλία με τη μαγνητοφωνημένη αφήγηση του ποιητή και τους θεατές. Τη δραματουργική επεξεργασία έκανε ο Μισέλ Φάις, τη σκηνογραφική επιμέλεια η Εύα Γουλάκου και τον ηχητικό σχεδιασμό ο Κωστής Κουσουλός" (Αλεξία Καλτσίκη). Τα Νέα. via alkman. Θά 'ρθει μια μέρα Θά 'ρθει μια μέρα που δε θα 'χουμε πια τι να πούμε Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε. Ο κόσμος ψάχνει σ' όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα. Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς. Απ' την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς να το αμφισβητήσεις. Καπνίσαμε -θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ -ξεχνώ πάνω σε τι- κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον. Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα 'ρθεις και θα με ζητήσεις Δε μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς μοναχός του. (από τις Εποχές, 1945) Πηγή: www.lifo.gr

 

Αναγνωστάκης αυτοβιογραφούμενος

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005) σταμάτησε να γράφει ποίηση το 1971. Ηταν μια συνειδητή επιλογή, γιατί πίστευε ότι τα ποιήματα ανήκουν στη νεότητα. Τότε; Ο αυθορμητισμός ούτε καν σκέφτεται τις ρυτίδες του χρόνου.

Ο μονόλογος του Μ. Αναγνωστάκη «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά» είναι ένα μνημείο αφιερωμένο στην ειλικρίνεια, με όρους εξομολόγησης Ολος, μα όλος, ο μονόλογός του «Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά» (εκδόσεις Πατάκη) είναι ένα μνημείο αφιερωμένο στην ειλικρίνεια, με όρους εξομολόγησης, χωρίς να γίνεται ούτε σε μία αράδα μελιστάλαχτη. Δεν είναι αυτοβιογραφικό κείμενο. Βρέθηκε στα κατάλοιπα του ποιητή, με την ένδειξη «Προς μελλοντικούς αναγνώστες και μελλοντικούς μελετητές». Δεν ήταν ούτε μία παραγγελία που, λόγω απρόβλεπτων συγκυριών, έμεινε στο συρτάρι.

Ο μονόλογος είναι μία συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη στον τότε «άγνωστο δημοσιογράφο, με ανεκδήλωτες ακόμη λογοτεχνικές τάσεις» Μισέλ Φάις. Χρειάστηκαν δύο επισκέψεις στο σπίτι του ποιητή, στην Πεύκη, στις 4 και 9 Νοεμβρίου 1992. Την έκδοση, που κυκλοφόρησε μόλις χθες, την προλογίζει ο δημοσιογράφος και ποιητής Παντελής Μπουκάλας και το επίμετρο ανήκει δικαιωματικά στον Μισέλ Φάις.

Ας ξεκινήσουμε από τις ποιητικές αγάπες του αυτοβιογραφούμενου δημιουργού. Αγαπούσε τον «μεταφυσικό» της εθνικής ιδέας Ανδρέα Κάλβο, γιατί «λέει πράγματα ασύλληπτα». Αντίθετα, είχε ενστάσεις για τον οικουμενικό της Αλεξάνδρειας Κωνσταντίνο Π. Καβάφη: «Ο Καβάφης κολακεύει τον κόσμο, τον κολακεύει διότι βλέπει σ' αυτόν την απήχηση που μπορεί να έχει ο κόσμος σ' αυτόν». Υποκλινόταν στον «μεγάλο ποιητή» Γκιγιόμ Απολινέρ, του άρεσε ο Φρανσίς Ζαμ, είχε διαβάσει σε μετάφραση και τον είχε συγκλονίσει ο Ουόλτ Ουίτμαν.

Αναρωτιέστε πώς δούλευε τα ποιήματά του; «Τα ποιήματά μου δεν τα διορθώνω ποτέ, όπως έρχονται τα γράφω. Κάνω μια ελαφριά διόρθωση, μερικές λέξεις, μερικές φράσεις ή τα εγκαταλείπω τελείως». Μίλαγε ανυπόκριτα για το εργαστήρι του. Και κοιτώντας προς τους μετά τον θάνατό του «τυμβωρύχους» της φιλολογίας τούς απέτρεπε: «Δεν υπάρχουν ποιήματά μου αδημοσίευτα. Λοιπόν, μην ψάχνει κανείς να βρει ποιήματά μου αδημοσίευτα. Δεν υπάρχει κανένα».

Αποστρεφόταν την ετικέτα, που τον καταχώριζε στους «ποιητές της ήττας»: «Δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής, που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη».

Αν και βγαλμένος από τα σπλάχνα της Αριστεράς, δεν περίμενε να γεράσει για να συνειδητοποιήσει τα αρνητικά της πολιτικής του κομμουνιστικού κόμματος, αφού είχε διαγραφεί από το ΚΚΕ ήδη από το 1946. Τολμούσε μάλιστα να βρεθεί απέναντι στους συντρόφους τού πάλαι ποτέ ΚΚΕ εσωτερικού, με τους οποίους μοιραζόταν τις ίδιες θέσεις: «Και με διέγραψαν οι άνθρωποι αυτοί που, μετά από τριάντα πέντε, σαράντα χρόνια θα ήταν στο ΚΚΕ εσωτερικού, οι οποίοι ήταν και καθοδηγητές μου».

Ούτε η λογοτεχνική Αριστερά ήταν εικόνισμα ιδεολογικής ορθοδοξίας για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, γι' αυτό μπορούσε να ξεχωρίσει τα θετικά και τα αρνητικά της. Κι αυτή την αντιμετώπισή του δεν την έκρυψε όταν εξέδωσε το σημαντικό για τη διετία '59-'61 περιοδικό «Κριτική»: «Ενώ η Αριστερά έδειχνε ότι ήταν μια δύναμη προοδευτική, δημιουργική, ήταν αντιδραστική στον πνευματικό τομέα. Εμενε σε πρότυπα του '40-'45. Και δεν μπορούσε να συλλάβει τη μελλοντική φωνή των γεγονότων».

*Ολα τα ποιητικά βιβλία του Μανόλη Αναγνωστάκη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νεφέλη».

 

Μανώλης Αναγνωστάκης: 5 χρόνια απουσίας

Ήταν ξημερώματα 23ης Ιουνίου του 2005 καιο Μανώλης Αναγνωστάκης αναχωρούσε αφήνοντάς μας πιο μόνους «μες στη φοβερή ερημία του πλήθους». Τον αποκάλεσαν «ποιητή της ήττας»- αυτόν που την πίστη του στην Αριστερά τον έφτασε μέχρι την καταδίκη του από έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο.

Είναι αλήθεια ότι μας μίλησε «για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών, για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα» αλλά και μας θύμισεμε πολλούς τρόπουςτι να αποφεύγουμε: «όχι αυταπάτες προπαντός»

Πώς να μιλήσεις για έναν από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον σπουδαγμένο ακτινολόγο στη Βιέννη, το στέλεχος της ΕΠΟΝ, την φυλάκισή του, το έκτακτο στρατοδικείο, τον αρθρογράφο της Αυγής, το μέλος της συντακτικής ομάδας των «Δεκαοχτώ Κειμένων», των «Νέων Κειμένων», του περιοδικού «Συνέχεια».Πώς να μιλήσεις όταν «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος»...

Με το σταγονόμετρο μας έδωσε την ακριβή του ποίηση - 88 μόλις ποιήματα μέσα σε 30 χρόνια (1941-1971), με τελευταίο το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Υ.Γ» που κυκλοφόρησε ιδιωτικά, το 1983, προαναγγέλοντας τη σιωπή του, ως το τέλος.


Το είχε ήδη πει από παλιότερα «Το θέμα είναι τώρα τι λες…Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ. Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες» ..
Έκτοτε, παρέμεινε ένας μεγάλος Σιωπηλός. Ούτε ποιήματα, ούτε εμφανίσεις, ούτε συνεντεύξεις.

Σε μια από τις σπάνιες φορές που μίλησε δημόσια είπε ότι «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Μεταφράστηκε, μελοποιήθηκε, τιμήθηκε με βραβεία, μα πάνω απ΄ όλα αγαπήθηκε πολύ.

Για τη βαθιά υπαρξιακή αγωνία όταν «Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου»,
για την ιδιαίτερη τρυφερή του προτροπή «Έλα να παίξουμε… θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου»,

για την πικρά σοφή του διαπίστωση ότι «η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους».


5 χρόνια, σήμερα,χωρίς τον Μανώλη Αναγνωστάκη
Επίλογος με τη δική του Αφιέρωση:

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν

Για το σπίτι του χτίστηκε

Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν

Για τα πλοία που άραξαν

Για τη μάχη που κερδήθηκε

Για τον άσωτο που επέστρεψεΓια όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια. (Πηγή: Protagon.gr)

 

 

Εκπομπή «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» αφιερωμένη στο Μανόλη Αναγνωστάκη.

 

https://www.youtube.com/watch?v=aqBP5vXt4ZI

 

Μελοποιημένη ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη

 

https://www.youtube.com/watch?v=geR7_7x9qns

 

https://www.youtube.com/watch?v=KUm9cWB5m1k

 

https://www.youtube.com/watch?v=18BPIbl7W0o

 

https://www.youtube.com/watch?v=_EFOydgQsAg

 

https://www.youtube.com/watch?v=6jACb97OSkM

 

https://www.youtube.com/watch?v=NEwJAXHhcC0&list=PLEDA1C5F499643C91

 

 

Έρευνα & Επιμέλεια

Κωνσταντίνος Κ. Κεσσανλής

Υπεύθυνος ιστορικού μυθιστορήματος Εκδόσεων «ΕΥΡΑΣΙΑ»

Τηλ. 6951 001 238

costas.kessanlis@yahoo.com

 

{

—————

Πίσω