Αφιέρωμα στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ

2013-11-10 16:27

Αφιέρωμα στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ

 

O Έρνεστ Μίλλερ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway, 21/7/1899 – 2/7/1961) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός ακόμα και για το δημοσιογραφικό του έργο. Αποτέλεσε μέλος της αποκαλούμενης "Χαμένης Γενιάς" (Lost Generation) των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι στις δεκαετίες 1920 και 1930. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται Ο Γέρος και η Θάλασσα, Για ποιον χτυπά η καμπάνα και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα. Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Χέμινγουεϊ γεννήθηκε το 1899 στο Όουκ Παρκ του Ιλλινόις, κοντά στην πόλη του Σικάγο, αποτελώντας τον πρώτο γιο – και δεύτερο από τα συνολικά έξι παιδιά – του Κλάρενς Έντμοντς Χέμινγουεϊ και της Γκρέις Χωλ. Ο πατέρας του ήταν γιατρός αλλά και ερασιτέχνης ψαράς και κυνηγός, μεταδίδοντας στον Χέμινγουεϊ τη φυσιολατρεία και το ενδιαφέρον για τον αθλητισμό.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του σπουδών, ο Χέμινγουεϊ διακρίθηκε για τις επιδόσεις του όχι μόνο στα γράμματα (ειδικότερα στη φιλολογία) αλλά και στα αθλήματα του μποξ και του αμερικάνικου ποδοσφαίρου. Παράλληλα, έγραψε τα πρώτα του άρθρα στην εφημερίδα Trapeze καθώς και στο λογοτεχνικό περιοδικό Tabula του γυμνασίου του. Αποφοιτώντας, δεν συνέχισε τις σπουδές του σε κάποιο κολέγιο, αλλά ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος, το 1917, στην εφημερίδα The Kansas City Star, θέση στην οποία τελικά παρέμεινε για μόλις έξι μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του, ο ίδιος έγραψε πως έμαθε τους καλύτερους κανόνες συγγραφής, αναφερόμενος προφανώς στις οδηγίες προς τους δημοσιογράφους, για σύντομες προτάσεις και παραγράφους, ενεργητικά ρήματα και αυθεντικότητα στη γραφή.

Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, ο Χέμινγουεϊ, μετά από προτροπή του πατέρα του, προσπάθησε να καταταχθεί στον Αμερικανικό στρατό για να λάβει μέρος στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο. Τελικά απορρίφθηκε, πιθανά εξαιτίας προβλήματος όρασης του από το αριστερό του μάτι, ωστόσο δεν έχει διασωθεί ιατρικό αρχείο που να επιβεβαιώνει τον λόγο για τον οποίο απορρίφθηκε. Παρά την αδυναμία του να καταταγεί στο στρατό, το Δεκέμβριο του 1917, έγινε δεκτός ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου του Ερυθρού Σταυρού και αφού αποχώρησε από την εφημερίδα όπου εργαζόταν, τον Απρίλιο του 1918αναχώρησε για το ιταλικό μέτωπο. Αρχικά επισκέφτηκε το Παρίσι και στη συνέχεια ταξιδεψε στο Μιλάνο στις αρχές Ιουνίου, όταν και έλαβε τις πρώτες διαταγές.

Σύντομα ήρθε σε επαφή με την τραγικότητα και τις βαρβαρότητες του πολέμου, έχοντας ως αποστολή την περισυλλογή πτωμάτων. Λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή του στην Ιταλία, στις 8 Ιουλίου του 1918, ο Χέμινγουεϊ τραυματίστηκε από θραύσματα, ενώ μετέφερε εφόδια στους στρατιώτες και τελικά παρασημοφορήθηκε από το ιταλικό κράτος για την ανδρεία του. Οι εμπειρίες του στο μέτωπο, η ανάρρωσή του σε νοσοκομείο του Μιλάνου μετά τον τραυματισμό του καθώς και η σχέση που ανέπτυξε με την νοσοκόμα Agnes von Kurowsky αποτέλεσαν υλικό για το μεταγενέστερο μυθιστόρημά του Αποχαιρετισμός στα όπλα. Η αποτυχία του ειδυλλίου του με την Agnes του προκάλεσε ένα βαρύ ψυχικό τραύμα που τον επηρέασε πολύ στην μετέπειτα ζωή του.

Με τη λήξη του πολέμου, ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Όουκ Παρκ. Το 1920 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής της εφημερίδας Toronto Star Weekly του Τορόντο. Τον επόμενο χρόνο, παντρεύτηκε την Χάντλυ Ρίτσαρντσον και για ένα διάστημα έζησαν στο Παρίσι, όπου ο Χέμινγουεϊ γνώρισε αρκετούς λογοτέχνες ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον Σκοτ Φιτζέραλντ, τον Έζρα Πάουντ και τον Τζαίημς Τζόυς. Κάλυψε δημοσιογραφικά τον ελληνοτουρκικο πόλεμο με σημαντικές ανταποκρίσεις για την καταστροφή της Σμύρνης.

 Παράλληλα, το 1923 ολοκλήρωσε και το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Τρία Διηγήματα και Δέκα Ποιήματα, το οποίο εκδόθηκε στο Παρίσι. Την ίδια χρονιά, ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην Αμερική λόγω της εγκυμοσύνης της συζύγου του και προκειμένου να γεννηθεί εκεί ο γιος τους, υπό καλύτερες συνθήκες. Την περίοδο αυτή, εργάστηκε στην εφημερίδα Toronto Daily Star ενώ παραιτήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1924 προκειμένου να επιστρέψει οικογενειακώς στο Παρίσι.

Μετά από σχετική σύσταση του Έζρα Πάουντ, ο Φορντ Μάντοξ Φορντ δημοσίευσε διηγήματά του Χέμινγουεϊ στο λογοτεχνικό περιοδικό Transatlantic Review. Την περίοδο 1925-1929 ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, μεταξύ των οποίων η συλλογή διηγημάτων του Στον Καιρό μας, το μυθιστόρημα Ο Ήλιος ανατέλλει ξανά, η συλλογή Άνδρες χωρίς γυναίκες και ο Αποχαιρετισμός στα Όπλα (1929), έργο με το οποίο γνώρισε και σημαντική αναγνώριση και εμπορική επιτυχία. Γνωρίστηκε επίσης με την Γερτρούδη Στάιν η οποία τον εισήγαγε στον κύκλο των καλλιτεχνών με επίκεντρο την Μονμάρτρη και ειδικότερα την λογοτεχνική Χαμένη Γενιά των εξόριστων Αμερικανών συγγραφέων του Παρισιού.

 

Αμερική

Το 1927 χώρισε με την Χάντλυ Ρίτσαρντσον, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την Αμερικανίδα Πωλίν Φάιφερ, ανταποκρίτρια μόδας για τα περιοδικά Vanity Fair και Vogue και μαζί εγκαταστάθηκαν τον επόμενο χρόνο στo Key West της Φλόριντα, τόπο που αποτέλεσε μία σταθερή βάση για τον Χέμινγουεϊ τα επόμενα χρόνια. Στις 28 Ιουνίου απέκτησε τον δεύτερο γιο του, τον Πάτρικ ενώ το Δεκέμβριο του 1928 σημειώθηκε η αυτοκτονία του πατέρα του, ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα καθώς και προβλήματα υγείας. Η δημοσίευση του Αποχαιρετισμός στα Όπλα στις 27 Σεπτεμβρίου του 1929, του πρόσφερε σημαντική λογοτεχνική και εμπορική αναγνώριση. Το 1932 εκδόθηκε ο Θάνατος στο απομεσήμερο, έργο στο οποίο ο Χέμινγουεϊ διαπραγματεύτηκε την ταυρομαχία, τόσο εγκυκλοπαιδικά όσο και με αναφορές στην μεταφυσική και θρησκευτική της διάσταση.

Το καλοκαίρι του 1933, ταξίδεψε στην Αφρική όπου συμμετείχε σε σαφάρι για διάστημα περίπου τριών μηνών. Οι εμπειρίες του αποτέλεσαν υλικό για το μυθιστόρημα Οι Πράσινοι Λόφοι της Αφρικής που εκδόθηκε το 1935. Τον Μάρτιο του 1937 ο Χέμινγουεϊ ταξίδεψε στην Ισπανία προκειμένου να καλύψει δημοσιογραφικά τον ισπανικό εμφύλιο. Την περίοδο αυτή ανέπτυξε παράλληλα σχέση με την Μάρθρα Γκέλχορν, η οποία επίσης κάλυπτε τον πόλεμο, γεγονός που οδήγησε σε ένα δεύτερο διαζύγιο το 1940 και σε έναν τρίτο γάμο του με την Γκέλχορν, λίγες εβδομάδες αργότερα.

 

Κούβα

Μετά τον τρίτο του γάμο, ο Χέμινγουεϊ εγκαταστάθηκε στην Κούβα, στην βίλα Φίνκα Βίχια (Finca Vigia), κοντά στην Αβάνα. Είχε παλαιότερα ξαναταξιδέψει στην Κούβα, το 1928 και θα αποτελούσε την βάση του, σχεδόν μέχρι το θάνατό του. Στην εποχή που ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος αρθρογραφεί υπέρ της Δημοκρατίας και ενεργοποιείται γύρω από ομάδες συμπαθούντων που στέλνουν βοήθεια στα κυβερνητικά στρατεύματα. Ο ίδιος αποφασίζει να πάρει μέρος στις πολεμικές ανταποκρίσεις στο μέτωπο της Αραγώνας και κυρίως γύρω από την πολιορκημένη Μαδρίτη.

Οι εμπειρίες του αυτές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημα του Για ποιόν χτυπά η καμπάνα, το οποίο ολοκλήρωσε στην Κούβα τον Ιούλιο του 1940. Το βιβλίο αναγνωρίζεται σήμερα ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Χέμινγουεϊ και όταν εκδόθηκε είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία ενώ έλαβε και πολύ θετικές κριτικές.

 

 

Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος

Μετά τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο Χέμινγουεϊ οργάνωσε μία επιχείρηση ανακάλυψης γερμανικών υποβρυχίων στις ακτές της Κούβας και των ΗΠΑ. Συγκέντρωσε αρκετούς φίλους και γνωστούς του ενώ παράλληλα εξόπλισε κατάλληλα το αλιευτικό του σκάφος (γνωστό και ως Pilar). Ονόμασε την οργάνωση αυτή Crook Factory, ωστόσο δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την σύζυγό του Μάρθα, το εγχείρημα του Χέμινγουεϊ αποτελούσε δικαιολογία ώστε να αποφύγει μία πραγματική δημοσιογραφική αποστολή αλλά και για να διασκεδάσει με τους φίλους του.

Την Άνοιξη του 1944, ο Χέμινγουεϊ αποφάσισε τελικά να ταξιδέψει στην Ευρώπη για την δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου, με πρώτο σταθμό το Λονδίνο. Στο διάστημα αυτό, επήλθε ρήξη στη σχέση του με τη σύζυγό του ενώ παράλληλα γνώρισε την δημοσιογράφο του Time Μαίρη Γουέλς, με την οποία παντρεύτηκε τελικά – συνολικά για τέταρτη φορά – το 1946. Ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στην Αμερική τον Μάρτιο του ίδιου έτους, μετά τη λήξη του πολέμου.

 

Τελευταία χρόνια

Το 1950 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημα από την εποχή του Για ποιον χτυπά η καμπάνα, με τον τίτλο Across the River and Into the Trees, το οποίο πραγματεύεται μία ρομαντική ιστορία που εκτυλίσσεται στην μεταπολεμική Βενετία. Το μυθιστόρημα έλαβε κακές κριτικές ενταγμένες σε μία γενικότερη αμφισβήτηση της ικανότητάς του να συνεχίσει να δημιουργεί σημαντικά έργα. Η θεώρηση αυτή ανατράπηκε δύο χρόνια αργότερα, με την ολοκλήρωση της νουβέλας Ο Γέρος και η Θάλασσα, το 1951 και την έκδοσή της το Σεπτέμβριο του 1952. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Life και προκάλεσε πολύ θετικά σχόλια, οδηγώντας τελικά στην βράβευση του Χέμινγουεϊ με το Βραβείο Πούλιτζερ (1953) και το Νόμπελ λογοτεχνίας (1954).

Αμέσως μετά την θερμή υποδοχή της νουβέλας, ταξίδεψε αρχικά στην Ισπανία και αργότερα στην Αφρική. Επί αφρικανικού εδάφους, συμμετείχε σε δύο αεροπορικά ατυχήματα τα οποία του προκάλεσαν σοβαρούς τραυματισμούς. Ενδεικτικό της σοβαρότητάς τους είναι το γεγονός πως αφού επέστρεψε στην Κούβα, του στάθηκε αδύνατο να παραστεί στην απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας, η οποία έλαβε χώρα στις 28 Οκτωβρίου του 1954. Αντ' αυτού, απέστειλε ένα γράμμα, το οποίο διάβασε ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Σουηδία, Τζον Κάμποτ, ανακοινώνοντας την αποδοχή του βραβείου εκ μέρους του συγγραφέα.

 

Θάνατος

Τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα υγείας που στάθηκαν εμπόδιο στην συνέχιση του έργου του. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε επιπλέον από την υπερβολική χρήση αλκοόλ καθώς και από την κατάθλιψη που εμφάνιζε. Παρά τις αντιξοότητες, κατάφερε να ολοκληρώσει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μία κινητή γιορτή, έργο που τελικά εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κούβα τον Ιούλιο του 1960 και εγκαταστάθηκε στην πόλη Ketchum του Άινταχο. Τον ίδιο χρόνο, νοσηλεύτηκε στην κλινική Mayo λόγω της υψηλής του πίεσης αλλά κυρίως της κατάθλιψής και της παράνοιας του. Εκεί υποβλήθηκε και σε θεραπείες με ηλεκτροσόκ. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Jeffrey Meyers, δέχθηκε 11 εως 15 θεραπείες τέτοιου είδους, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν τον βοήθησαν αλλά αντιθέτως είχαν αρνητικά αποτελέσματα προκαλώντας του απώλεια μνήμης και επιταχύνοντας πιθανά και την μελλοντική του αυτοκτονία.

Αποπειράθηκε για πρώτη φορά να αυτοκτονήσει την Άνοιξη του 1961 και τελικά στις 2 Ιουλίου αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά δεύτερα γενέθλιά του. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο καθολικό νεκροταφείο του Ketchum.

 

 

 

Μία σπάνια συνέντευξη του Έρνεστ Χέμινγουεϊ στον αρχισυντάκτη του Paris Review, Τζορτζ Πλίμπτον.

 

ΠΛΙΜΤΟΝ: Είναι ευχάριστες οι ώρες που αφιερώνετε στο γράψιμο;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πολύ.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα μπορούσατε να μου πείτε κάτι γι' αυτή τη διαδικασία; Πότε γράφετε; Τηρείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όταν δουλεύω ένα βιβλίο ή ένα διήγημα, γράφω κάθε πρωί πολύ νωρίς, αν είναι δυνατόν αμέσως μετά το χάραμα. Δεν σ' ενοχλεί κανείς τέτοια ώρα, έχει δροσιά, ή και κρύο, και ζεσταίνεσαι όσο προχωρείς στο γράψιμο. Διαβάζεις ό,τι έχεις γράψει και, εφόσον πάντα σταματάς όταν ξέρεις τι θα γίνει παρακάτω, συνεχίζεις από κείνο το σημείο πια. Γράφεις ώσπου να φτάσεις πάλι σ' ένα σημείο όπου είσαι ακόμη ακμαίος, διατηρείς το ζουμί σου, και ξέρεις τι θα γίνει παρακάτω και σταματάς και προσπαθείς να ζήσεις ίσαμε την επόμενη μέρα όταν στρώνεσαι πάλι στη δουλειά. Έχεις αρχίσεις στις έξι το πρωί, ας πούμε, και μπορείς να συνεχίσεις ως το μεσημέρι ή και να σταματήσεις πιο πριν. Όταν σταματάς, είσαι άδειος, αλλά ποτέ εντελώς άδειος και συνάμα ικανοποιημένος, όπως όταν έχεις κάνει έρωτα με κάποιαν που αγαπάς. Τίποτα δεν μπορεί να σε βλάψει, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί, τίποτα δεν έχει σημασία μέχρι την επόμενη μέρα που ξαναπιάνεις δουλειά. Αυτή η αναμονή μέχρι την επόμενη μέρα είναι το δύσκολο.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Μπορείτε να βγάλετε από το μυαλό σας το βιβλίο που δουλεύετε όταν πια απομακρύνεστε από τη γραφομηχανή;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Φυσικά. Αλλά χρειάζεται πειθαρχία γι' αυτό, και την αποκτάς αυτή την πειθαρχία. Πρέπει να την αποκτήσεις.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Επιμελείστε το κείμενό σας όταν το ξαναδιαβάζετε έως το σημείο που το αφήσατε την προηγούμενη μέρα;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πάντα το κάνω αυτό, το ξαναγράφω το κείμενο. Όταν τελειώνει, φυσικά ξανακοιτάω πάλι όλο το βιβλίο. Έχεις ακόμη μία ευκαιρία να ξαναγράψεις και να διορθώσεις ορισμένα σημεία όταν κάποιος άλλος έχει κάνει τη δακτυλογράφηση και το βλέπεις καθαρό στο χαρτί.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Γράφετε πολλές φορές το ίδιο κομμάτι;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Εξαρτάται. Έγραψα το τέλος του Αποχαιρετισμού στα Όπλα, την τελευταία σελίδα, τριάντα εννέα φορές πριν με ικανοποιήσει απολύτως.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Υπήρχε κάποιο τεχνικό πρόβλημα; Τι σας απασχολούσε;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Το να βρω τις σωστές λέξεις.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Η εκ νέου ανάγνωση βγάζει το "ζουμί" στην επιφάνεια;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Η εκ νέου ανάγνωση σε φέρνει στο σημείο όπου πρέπει να συνεχίσεις, ξέροντας πια ότι είναι τόσο καλό όσο το μπόρεσες. Πάντα υπάρχει ζουμί κάπου.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Υπάρχουν ωστόσο στιγμές που απουσιάζει εντελώς η έμπνευση;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Φυσικά. Αλλά αν έχεις σταματήσει στο σημείο όπου ξέρεις πολύ καλά τι θα συμβεί παρακάτω, μπορείς να συνεχίσεις. Όταν μπορείς να ξαναρχίσεις, τότε όλα είναι εντάξει. Το ζουμί θα έρθει.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Ο Θόρντον Γουάιλντερ μιλάει για μνημοτεχνική, η οποία βοηθάει τον συγγραφέα να συνεχίσει τη δουλειά της ημέρας. Λέει ότι κάποτε του είπατε πως είχατε ξύσει είκοσι μολύβια.

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Δεν νομίζω ότι είχα ποτέ είκοσι μολύβια ταυτοχρόνως. Το να λιώσεις εφτά μολύβια νούμερο δύο σε μια μέρα είναι πολύ ικανοποιητική δουλειά.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Εργαστήκατε καλύτερα σε κάποια από τα μέρη όπου γράφατε; Το Ξενοδοχείο Άμπος Μούντος θα πρέπει να ήταν ένα τέτοιο μέρος, αν κρίνω από τα βιβλία που γράψατε εκεί. Ή δεν σας επηρεάζει και πολύ το περιβάλλον;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Το Ξενοδοχείο Άμπος Μούντος στην Αβάνα είναι ένα πολύ καλό μέρος για γράψιμο. Και αυτή εδώ η Φίνκα είναι θαυμάσιο μέρος, ή ήταν. Αλλά έχω δουλέψει καλά παντού. Εννοώ ότι μπόρεσα να γράψω όσο πιο καλά μπορούσα κάτω από πολλές και διαφορετικές συνθήκες. Τη δουλειά την εμποδίζουν το τηλέφωνο και οι επισκέπτες.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Είναι απαραίτητη η συναισθηματική σταθερότητα για να γράψει κανείς καλά; Μου είπατε κάποτε ότι μπορείτε να γράψετε καλά μονάχα αν είστε ερωτευμένος. Θα θέλατε να πείτε κάτι περισσότερο γι' αυτό;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Τι ερώτηση. Αλλά μπράβο για την προσπάθεια Μπορείς να γράψεις οποτεδήποτε αρκεί να σε έχουν αφήσει μόνο σου και να μη σε διακόπτουν. Ή μάλλον αν είσαι αρκετά σκληρός, και άσπλαχνος ακόμη, απέναντι στις οχλήσεις. Πάντως, γράφεις καλύτερα όταν είσαι ερωτευμένος. Κι αν δεν σε πειράζει, δεν θα ήθελα να επεκταθώ άλλο σ' αυτό.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Και η οικονομική ασφάλεια; Μπορεί να είναι επιζήμια στο καλό γράψιμο;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Αν έρθει το χρήμα πολύ νωρίς και αγαπάς την καλή ζωή όσο και τη δουλειά σου θα χρειαστεί μεγάλη δύναμη χαρακτήρα για να αντισταθείς. Απ' τη στιγμή που το γράψιμο γίνει το μεγαλύτερο πάθος και η μεγαλύτερη ηδονή σου, μονάχα ο θάνατος μπορεί να το σταματήσει. Και τότε, η οικονομική ασφάλεια αποτελεί μεγάλη βοήθεια γιατί σε απαλλάσσει απ' την ανησυχία. Η ανησυχία καταστρέφει την ικανότητα για γράψιμο. Η κακή υγεία επίσης βλάπτει καθόσον προκαλεί ανησυχία που επιτίθεται στο υποσυνείδητό σου και καταστρέφει τ' αποθέματά σου.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Μπορείτε να θυμηθείτε τη συγκεκριμένη στιγμή που αποφασίσετε να γίνετε συγγραφέας;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι, ανέκαθεν ήθελα να γίνω συγγραφέας.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Ο Philip Young στο βιβλίο που έγραψε για σας εικάζει ότι το τραυματικό σοκ όταν λαβωθήκατε από όλμο το 1918 σας επηρέασε πολύ ως συγγραφέα. Θυμάμαι ότι στη Μαδρίτη σχολιάσατε τη θέση του και είπατε ότι δεν συμφωνείτε, τονίζοντας ότι κατά τη γνώμη σας η σκευή του συγγραφέα δεν είναι επίκτητο χαρακτηριστικό, αλλά κληρονομημένο, με την έννοια του Μέντελ.

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Προφανώς εκείνη τη χρονιά στη Μαδρίτη δεν ήταν σε θέση ο εγκέφαλός μου να κάνει βαθιές σκέψεις. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι μίλησα παρεμπιπτόντως και με μεγάλη συντομία για το βιβλίο του κυρίου Γιανγκ και για την θεωρία του περί λογοτεχνίας και ψυχικού τραύματος. Ίσως δύο διασείσεις και ένα κρανιακό κάταγμα εκείνη το χρονιά να με είχαν κάνει κάπως ανεύθυνο στις δηλώσεις μου. Θυμάμαι πάντως ότι σου είπα πως πίστευα ότι η φαντασία θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα κληρονομημένης φυλετικής εμπειρίας. Ακούγεται καλό σαν κουβέντα ύστερα από μια γερή διάσειση, κι αυτό είναι όλο. Έτσι λοιπόν, μέχρι το επόμενο απελευθερωτικό τραύμα, ας το αφήσουμε έτσι. Συμφωνείς; Σ' ευχαριστώ, παρεμπιπτόντως, που δεν ανέφερες ονόματα που ίσως είχα εμπλέξει στη συζήτηση. Το διασκεδαστικό στον προφορικό λόγο είναι ότι εξερευνάς δυνατότητες και ενδεχόμενα, αλλά πολύ από δαύτον και ό,τι είναι ανεύθυνο δεν θα πρέπει να μεταφέρεται στον γραπτό λόγο. Άπαξ και γραφτεί κάτι, θα πρέπει να το υπερασπιστείς. Μπορεί να το έχεις πει για να δεις αν το πιστεύεις πράγματι ή όχι. Όσο για την ερώτηση που έθεσες, οι επιπτώσεις των τραυματισμών ποικίλουν πολύ. Οι απλοί τραυματισμοί που δεν έχουν αποτέλεσμα κάποια σπασμένα κόκαλα, δεν σε επηρεάζουν πολύ. Καμιά φορά τονώνουν την αυτοπεποίθηση. Οι τραυματισμοί που επιφέρουν σημαντική ζημιά στα κόκαλα και στα νεύρα δεν κάνουν καλό στους συγγραφείς, όπως και σε κανέναν άλλο.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Τι θα θεωρούσατε καλύτερη πνευματική εκπαίδευση για έναν επίδοξο συγγραφέα;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Ας πούμε ότι θα έπρεπε να πάει να κρεμαστεί επειδή βρίσκει ότι το να γράψεις καλά είναι τρομερά δύσκολο. Μετά θα έπρεπε να τον τσακίσουν ανελέητα, και ν' αναγκαστεί κατόπιν από τον ίδιο του τον εαυτό να γράψει όσο πιο καλά μπορεί για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αν μη τι άλλο, θα έχουμε την ιστορία του απαγχονισμού γι' αρχή.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Τι πιστεύετε για εκείνους που σταδιοδρομούν στα πανεπιστήμια; Θεωρείτε ότι τόσοι και τόσοι συγγραφείς που καταλαμβάνουν έδρες διδασκαλίας έχουν συμβιβαστεί, έχουν εκθέσει τη λογοτεχνική τους σταδιοδρομία;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Εξαρτάται. Από το πώς εννοούμε το συμβιβάζομαι και το εκτίθεμαι. Με την έννοια μιας γυναίκας που εκτίθεται; Ενός πολιτικού που συμβιβάζεται; Ή εννοούμε τον συμβιβασμό που κάνεις με τον παντοπώλη ή με τον ράφτη σου όταν κανονίζεις να πληρώσεις λίγο παραπάνω αλλά αργότερα; Ο συγγραφέας που και γράφει και διδάσκει θα πρέπει να είναι ικανός και για τα δύο. Πολλοί δυνατοί συγγραφείς έχουν αποδείξει ότι είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω, το ξέρω, και θαυμάζω εκείνους που στάθηκαν ικανοί να το κάνουν. Θα έλεγα πάντως ότι η πανεπιστημιακή σταδιοδρομία βάζει ένα τέλος σε μια περίοδο εξωτερικών εμπειριών, κι αυτό μπορεί να περιορίσει τη γνώση που έχεις για τον κόσμο. Η γνώση, ωστόσο, απαιτεί όλο και μεγαλύτερη υπευθυνότητα από έναν συγγραφέα και κάνει όλο και πιο δύσκολο το γράψιμο. Το να προσπαθείς να γράψεις κάτι με αέναη αξία είναι μια δουλειά αδιάλειπτη, παρότι οι ώρες που δαπανώνται στο ίδιο το γράψιμο μπορεί να είναι λίγες. Ο συγγραφέας μπορεί να συγκριθεί μ' ένα πηγάδι. Υπάρχουν πολλών ειδών πηγάδια, υπάρχουν πολλών ειδών συγγραφείς. Το σημαντικό είναι να έχει καλό νερό το πηγάδι, και είναι καλύτερα να αντλείς τακτικά μια συγκεκριμένη ποσότητα παρά να το αδειάσεις όλο το πηγάδι και να περιμένεις να ξαναγεμίσει.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα συνιστούσατε σ' έναν νέο συγγραφέα να δουλέψει στις εφημερίδες; Πόσο σας βοήθησε η θητεία στην Kansas City Star;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Στην Star αναγκαζόσουν να μάθεις να γράφεις απλές δηλωτικές προτάσεις. Αυτό είναι χρήσιμο στον καθένα. Η δουλειά στις εφημερίδες δεν θα βλάψει τον νεαρό συγγραφέα και θα μπορούσε να τον βοηθήσει, αρκεί να ξεκόψει εγκαίρως. Παραείναι κοινότοπο αυτό που λέω, αλλά αν κάνεις σε κάποιον τετριμμένες ερωτήσεις θα λάβεις τετριμμένες απαντήσεις.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Γράψατε κάποτε στην Transatlantic Review ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να είσαι δημοσιογραφείς είναι τα καλά λεφτά. Είπατε: "Κι όταν καταστρέφεις ό,τι είναι για σένα πολύτιμο με το να γράφεις γι' αυτό, θέλεις τουλάχιστον να πληρωθείς γερά". Πιστεύετε ότι το γράψιμο είναι ένα είδος αυτοκαταστροφής;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Δεν θυμάμαι να έχω γράψει κάτι τέτοιο. Ακούγεται ανόητο και βίαιο για να έχω πει τέτοιο πράγμα, και μάλλον θα το είπα προκειμένου να κάτσω να σκεφτώ και να πω κάτι λογικό. Πάντως, δεν πιστεύω ότι το γράψιμο είναι ένα είδος αυτοκαταστροφής, καίτοι η δημοσιογραφία, στο σημείο που έχει φτάσει, μπορεί να είναι μια καθημερινή δόση αυτοκαταστροφής για έναν σοβαρό συγγραφέα.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Πιστεύετε ότι το πνευματικό κέντρισμα απ' την συνάφεια με άλλους συγγραφείς έχει κάποια αξία για έναν συγγραφέα;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Φυσικά.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Στη δεκαετία του είκοσι, στο Παρίσι, είχατε την αίσθηση ότι αποτελείτε "ομάδα" με άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι. Δεν υπήρχε η αίσθηση κάποιας ομάδας. Σεβόμασταν ο ένας τον άλλον. Σεβόμουν πολλούς ζωγράφους, μερικοί ήσαν συνομήλικοί μου, άλλοι ήσαν μεγαλύτεροι - τον Γκρις, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μονέ, ζούσε ακόμη - και μερικούς συγγραφείς: τον Τζόυς, τον Έζρα, την καλή Στάιν...

ΠΛΙΜΤΟΝ.: Όταν γράφετε, επηρεάζεστε ποτέ από ό,τι διαβάζετε εκείνο τον καιρό;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι από την εποχή που έγραφε ο Τζόυς τον Οδυσσέα. Δεν ήταν άμεση η επίδρασή του. Αλλά εκείνο τον καιρό, που πολλές λέξεις ήσαν απαγορευμένες για μας και έπρεπε να δώσουμε μάχες για την κάθε λέξη, η επίδραση του έργου του άλλαξε τα πάντα, και κατέστη δυνατόν να παραμερίσουμε κάμποσους περιορισμούς.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Μπορούσατε να μάθετε κάτι σχετικά με το γράψιμο από άλλους συγγραφείς; Μου λέγατε χθες ότι ο Τζόυς, επί παραδείγματι, δεν άντεχε ποτέ να μιλάει για το γράψιμο.

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όταν κάνεις παρέα με ανθρώπους της συντεχνίας σου, είναι φυσικό να μιλάς για τα βιβλία άλλων συγγραφέων. Όσο πιο καλός είναι ένας συγγραφέας, τόσο λιγότερο μιλάει για όσα έχει γράψει ο ίδιος. Ο Τζόυς ήταν ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας κι εξηγούσε τι έκανε μονάχα στους βλαμμένους. Οι συγγραφείς τους οποίους σεβόταν υποτίθεται ότι ήσαν ικανοί να καταλάβουν τι έκανε διαβάζοντάς τον.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι αποφεύγετε την παρέα άλλων συγγραφέων. Γιατί;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Είναι λίγο πιο περίπλοκο αυτό. Όσο προχωρείς στο γράψιμο τόσο πιο μόνος μένεις. Οι πιο πολλοί παλιοί σου φίλοι, οι καλύτεροι κι οι μεγαλύτεροι, πεθαίνουν. Άλλοι πάνε και μένουν μακριά. Απομακρύνονται. Τους βλέπεις αραιά και πού, αλλά γράφεις κι έχεις την ίδια επαφή μαζί τους σαν να βρίσκεστε μαζί στο καφενείο, όπως τον παλιό καλό καιρό. Ανταλλάσσετε επιστολές, χιουμοριστικές, μερικές φορές χαριτωμένα αισχρές και αμέριμνες, κι είναι σαν να είσαστε μαζί και να τα λέτε. Αλλά είσαι όλο και πιο μόνος γιατί έτσι πρέπει να δουλεύεις και γιατί ο χρόνος που σου μένει για δουλειά λιγοστεύει ολοένα, κι αν τον χαραμίσεις νιώθεις ότι διαπράττεις ένα αμάρτημα για το οποίο δεν υπάρχει συγχώρεση.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Ποιους θα αναφέρατε ως λογοτεχνικούς σας προγόνους - εκείνους από τους οποίους μάθατε τα πιο πολλά;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΪ: Έχουμε και λέμε: Μαρκ Τουέιν, Φλωμπέρ, Σταντάλ, Μπαχ, Τουργκένιεφ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Άντριου Μάρβελλ, Τζον Ντον, Μωπασάν, ο καλός Κίπλινγκ, Θορώ, Captain Marryat, Σαίξπηρ, Μότσαρτ, Κεβέδο, Δάντης, Βιργίλιος, Τιντορέττο, Ιερώνυμος Μπος, Μπρύγκελ, Patinir, Γκόγια, Τζόττο, Σεζάν, Βαν Γκογκ, Γκωγκέν, Άγιος Ιωάννης του Σταυρού, Γκόνγκορα - θα έπαιρνε μια ολόκληρη μέρα για να τους θυμηθώ όλους. Κι ύστερα θα φαινόταν σαν να επαίρομαι για μιαν ευρυμάθεια που δεν την έχω αντί να προσπαθήσω να θυμηθώ όλους εκείνους που επηρέασαν τη ζωή και το έργο μου. Δεν είναι καμιά παλιά βαρετή ερώτηση. Είναι πολύ καλή αλλά σοβαρή ερώτηση και απαιτεί πολύ συνειδητή εξέταση. Βάζω και ζωγράφους μέσα, γιατί έμαθα από ζωγράφους πώς να γράφω όσο και από συγγραφείς. Θα ρωτήσεις πώς γίνεται αυτό; Θα πάρει άλλη μια ολόκληρη μέρα να το εξηγήσω. Απ' την άλλη, αυτά που μαθαίνεις από συνθέτες και από τη μελέτη της αρμονίας και της αντίστιξης είναι μάλλον προφανή.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Ξαναδιαβάζετε τους συγγραφείς που αναφέρατε πριν; Τον Τουέιν, φέρ' ειπείν.

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πρέπει να περιμένεις δύο-τρία χρόνια για τον ξαναδιαβάσεις τον Τουέιν. Τον θυμάσαι πολύ καλά. Διαβάζω Σαίξπηρ κάθε χρόνο, πάντα τον Ληρ. Σε τονώνει αν τον διαβάζεις, κάθε φορά σε τονώνει.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Άρα το διάβασμα παραμένει μόνιμη ασχολία και απόλαυση.

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πάντα διαβάζω βιβλία - όσα κι αν είναι. Εφοδιάζομαι διαρκώς, και δεν ξεμένω ποτέ.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε για λίγο στον κατάλογο των ονομάτων και να πούμε δυο λόγια για έναν από τους ζωγράφους - τον Ιερώνυμο Μπος, για παράδειγμα; Η εφιαλτική συμβολική χροιά του έργου του φαίνεται πολύ απομακρυσμένη από τη δική σας οπτική.

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Έχω εφιάλτες, και ξέρω και για τους εφιάλτες άλλων ανθρώπων. Αλλά δεν είναι ανάγκη να γράφεις γι' αυτούς. Οτιδήποτε μπορείς να παραλείψεις από αυτά που ξέρεις εξακολουθεί να υπάρχει στο γράψιμό του και θα φανεί η ποιότητά του. Όταν ένας συγγραφέας παραλείπει κάποια πράγματα που δεν ξέρει, φαίνονται σαν τρύπες στο γράψιμό του.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Αυτό σημαίνει ότι μια εμπεριστατωμένη γνώση του έργου των ανθρώπων στον κατάλογό σας βοηθάει στο να γεμίσει το "πηγάδι" που αναφέρατε πριν; Ή επρόκειτο για συνειδητή βοήθεια στην ανάπτυξη των τεχνικών της γραφής σας;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας μάθησης να βλέπω, να ακούω, να αισθάνομαι και να μην αισθάνομαι, και να γράφω. Το πηγάδι βρίσκεται εκεί όπου είναι το "ζουμί" σου. Κανένας δεν ξέρει από τι είναι φτιαγμένο, και λιγότερο απ' όλους εσύ ο ίδιος. Αυτό που ξέρεις είναι αν το έχεις, ή αν πρέπει να περιμένεις να σου έρθει ξανά.

ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα δεχόσαστε ότι υπάρχει συμβολισμός στα μυθιστορήματά σας;

ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Υποθέτω ότι υπάρχουν σύμβολα, αφού δεν παύουν οι κριτικοί να ανακαλύπτουν τέτοια. Εάν δεν σε πειράζει, αντιπαθώ το να μιλάω γι' αυτά και να μου κάνουν ερωτήσεις για αυτά. Είναι ήδη αρκετά δύσκολο το να γράφεις βιβλία και ιστορίες, δεν είναι ανάγκη να ζητάνε να τα εξηγήσεις κι από πάνω. Επίσης, κλέβεις έτσι τη δουλειά απ' τους ερμηνευτές. Εάν πέντε ή έξι καλοί ερμηνευτές μπορούν και θέλουν να συνεχίσουν έτσι, γιατί να τους αποθαρρύνω εγώ; Διαβάστε ό,τι γράφω για την απόλαυση του πράγματος. Ό,τι άλλο ανακαλύψετε εκεί θα είναι το μέτρο των αναγνωστικών σας εφοδίων.

 

 

 

Εργογραφία

Μυθιστορήματα

  • (1925) The Torrents of Spring (Οι Χείμαρροι της Άνοιξης)
  • (1926) The Sun Also Rises (Ο ήλιος ανατέλλει ξανά)
  • (1929) A Farewell to Arms (Αποχαιρετισμός στα όπλα)
  • (1937) To Have and Have Not (Να έχεις και να μην έχεις)
  • (1940) For Whom the Bell Tolls (Για ποιον χτυπά η καμπάνα)
  • (1950) Across the River and Into the Trees
  • (1952) The Old Man and the Sea (Ο γέρος και η θάλασσα)
  • (1962) Adventures of a Young Man
  • (1970) Islands in the Stream (Νησιά της Καραϊβικής)
  • (1986) The Garden of Eden (Ο κήπος της Εδέμ)
  • (1932) Death in the Afternoon (Θάνατος το απομεσήμερο)
  • (1935) Green Hills of Africa (Πράσινοι λόφοι της Αφρικής)
  • (1960) The Dangerous Summer (Το επικίνδυνο καλοκαίρι)
  • (1964) A Moveable Feast (Αέναη γιορτή ή Μια κινητή γιορτή)
  • (2005) Under Kilimanjaro

 

Διηγήματα

  • (1923) Three Stories and Ten Poems
  • (1925) In Our Time
  • (1927) Men Without Women (Άντρες χωρίς γυναίκες)
  • (1932) The Snows of Kilimanjaro (Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο)
  • (1933) Winner Take Nothing
  • (1938) The Fifth Column and the First Forty-Nine Stories
  • (1947) The Essential Hemingway
  • (1953) The Hemingway Reader
  • (1972) The Nick Adams Stories
  • (1976) The Complete Short Stories of Ernest Hemingway
  • (1995) Collected Stories

 

«Σε ότι αφορά την ηθική, γνωρίζω μόνο ένα πράμα: είναι ηθικό εκείνο ύστερα από το οποίο νοιώθεις τον εαυτό σου καλύτερα και είναι ανήθικο, αν νοιώθεις χειρότερα»

«Μετά το γράψιμο μιας ιστορίας ήμουν πάντα άδειος και ταυτόχρονα λυπημένος και χαρούμενος, σαν να είχα κάνει έρωτα»

Έρνεστ Μίλλερ Χέμινγουεϊ

 

 

Πηγές

https://el.wikipedia.org/wiki

https://www.ehfop.org/

https://www.hemingwaysociety.org/

—————

Πίσω